Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Ύμνος εις την Ελευθερίαν






Ο «Ύμνος εις την Ελευθερία» γράφτηκε από τον Διονύσιο Σολωμό, τον Μάιο του 1823 στην Ζάκυνθο. Το 1828 μελοποιήθηκε από τον Νικόλαο Μάτζαρο και το 1864 καθιερώθηκε ως Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας.
 







 Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βιά μετράει τη γη.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
«έλα πάλι» να σου πει.

Άργειε να 'λθει εκείνη η μέρα,
κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τά 'σκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου έμενε να λες
περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαις.

Και ακαρτέρει και ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι
από την απελπισιά.

Τότε εσήκωνες το βλέμμα
μες στα κλάματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα,
πλήθος αίμα ελληνικό.

Με τα ρούχα αιματωμένα
ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.

Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή.
δεν είν' εύκολες οι θύρες,
εάν η χρεία τες κουρταλεί.

Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ' ανάσαση καμιά.
Άλλος σου έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φριχτά.

Άλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου
οπού εχαίροντο πολύ,
«σύρε να βρεις τα παιδιά σου,
σύρε», ελέγαν οί σκληροί.

Φεύγει οπίσω το ποδάρι
και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι
που τη δόξα σου ενθυμεί.

Ταπεινότατη σου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει
κι είναι βάρος του ή ζωή.

Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
που ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Μόλις είδε την ορμή σου
ο ουρανός, που για τσ' εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου
έτρεφ' άνθια και καρπούς,

Εγαλήνευσε και εχύθη
καταχθόνια μία βοή,
και του Ρήγα σου απεκρίθη
πολεμόκραχτη η φωνή

Όλοι οι τόποι σου σ' εκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν
οσα αίσθάνετο ή χαρδιά.

Εφωνάξανε ως τ' αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά,
κι εσηκώσανε τα χέρια
για να δείξουνε χαρά.

Μ' όλον που 'ναι αλυσωμένο
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά».

Γκαρδιακά χαροποιήθη
και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθη
που την έδεναν κι αυτή.

Απ' τον πύργο του φωνάζει,
σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χήτη του τινάζει
το λιοντάρι το Ισπανο.

Ελαφιάσθη της Αγγλίας
το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ' άκρα της Ρουσίας
τα μουγκρίσματα τσ' οργής.

Εις το κίνημά του δείχνει
πως τα μέλη είν' δυνατά.
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
μια σπιθόβολη ματιά.

Σε ξανοίγει από τα νέφη
και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει
με τα σπλάχνα του Ιταλού.

Και σ’ εσέ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ' έκρωζε ο σκασμένος,
να σε βλάψει, αν ημπορεί.

Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
πάρεξ που θα πρωτοπάς.
δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
στες βρισίες οπού αγρικάς,

Σαν το βράχον οπού αφήνει
κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει
ευκολόσβηστον αφρό.

Οπού αφήνει ανεμοζάλη
και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη,
την αιώνιαν κορυφή.

Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του,
οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου
και σ' εκείνο αντισταθεί.

Το θηρίο π' ανανογιέται
πως. του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αίμα ανθρώπινο διψά.

Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει,
φρίκη, θάνατος, ερμιά.

Ερμιά, θάνατος και φρίκη,
όπου επέρασες κι εσύ.
ξίφος έξω από τη θήκη
πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς,
τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίψεις πιθυμάς.

Μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει, πάντα οπώς νικεί,
κι ας είν άρματα γεμάτη
και πολέμιαν χλαλοή.

Σου προβαίνουνε και τρίζουν
για να ιδείς πως είν' πολλά.
δεν ακούς που φοβερίζουν
άνδρες μύριοι και παιδιά;

Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θα σας μείνουνε ανοιχτά
για να κλαύσετε τα σώματα
που θε νά 'βρει η συμφορά!

Κατεβαίνουνε και ανάφτει
του πολέμου αναλαμπή.
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
λάμπει, κόφτει το σπαθί.

Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει
και στο κάστρο ν' ανεβεί.

Μέτρα! Είν' άπειροι οι φευγάτοι,
οπού φεύγοντας δειλιούν,
τα λαβώματα στην πλάτη
δέχοντ', ώστε ν' ανεβούν.

Εκεί μέσα ακαρτερείτε
την αφεύγατη φθορά.
να, σας φθάνει. αποκριθείτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά!

Αποκρίνονται και η μάχη
έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη
αντιβούιζε φοβερά.

Ακούω κούφια τα τουφέκια,
ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
ακούω τρίξιμο δοντιών.

Α, τι νύκτα ήταν εκείνη
που την τρέμει ο λογισμός!
Άλλος ύπνος δεν εγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.

Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος
του πολέμου, και οι καπνοί.

Και οι βροντές, και το σκοτάδι
οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράστεναν τον Άδη
που ακαρτέρειε τα σκυλιά.

Τ' ακαρτέρειε. Εφαίνοντ' ίσκιοι
αναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ακόμη εις το βυζί.

Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
τα κρεβάτια τα στερνά.

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
επετιούντο απο τη γη,
όσοι είν' άδικα σφαγμένοι,
από τούρκικην οργή.

Τόσα πέφτουνε τα θερισμένα
αστάχια εις τους αγρούς.
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ' αυτούς.

Θαμποφέγγει κανέν' άστρο,
και αναδεύοντο μαζί,
ανεβαίνοντας το κάστρο
με νεκρώσιμη σιωπή.

Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,
μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό.

Εάν οι άνεμοι μές στ' άδεια
τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

Με τα μάτια τους γυρεύουν
όπου είν' αίματα πηχτά,
και μες στα αίματα χορεύουν
με βρυχίσματα βραχνά.

Και χορεύοντας μανίζουν
εις τους Έλληνες κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν
με τα χέρια τα ψυχρά.

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθιά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
κι άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

Τότε αυξαίνει του πολέμου
ο χορός τρομακτικα,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά.

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου.
κάθε κτύπημα που εβγεί
είναι κτύπημα θανάτου
χώρις να δευτερωθεί.

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει,
λες κι εκείθενε η ψυχή
απ' το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθεί.

Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια οπού χουμάνε
περισσότερο είν' γοργά.

Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι,
ουδέ πέλαγο, ουδέ γη.
γι' αυτούς όλους το παν είναι
μαζωμένο αντάμα εκεί.

Τόση η μάνητα κι η ζάλη,
που στοχάζεσαι μη πως
από μία μεριά και απ' άλλη
δέν μείνει ένας ζωντανός.

Κοίτα χέρια απελπισμένα
πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

Και παλάσκες και σπαθία
με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία,
σωθικά λαχταριστά.

Προσοχή καμία δεν κάνει
κανείς, όχι, εις τη σφαγή.
πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει,
φθάνει. έως πότε οι σκοτωμοί;

Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο,
πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
και λες κι είναι εις την αρχή.

Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
και «Αλλά», εφώναζαν, «Αλλά»,
και των Χριστιανών τα χείλη
«φωτιά», εφώναζαν, «φωτιά».

Λιονταρόψυχα εκτυπιούντο,
πάντα εφώναζαν «φωτιά»,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
πάντα σκούζοντας «Αλλά».

Παντού φόβος και τρομάρα
και φωνές και στεναγμοί.
παντού κλάψα, παντού αντάρα,
και παντού ξεψυχισμοί.

Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί.
Όλοι χάμου εκείτοντ' όλοι
εις την τέταρτην αυγή.

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώο χόρτο πίνει
αίμα αντίς για τη δροσιά.

Της αυγής δροσάτο αέρι,
δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι.
φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι.
δεν λάμπ' ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
εις τ' αμπέλια, εις τα νερά.

Είς τον ήσυχον αιθέρα
τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα,
τά βελάσματα το άρνί.

Τρέχουν άρματα χιλιάδες
σαν το κύμα εις το γιαλό,
αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες
δεν ψηφούν τον αριθμό.

Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε
και ξανάλθετε σε μας.
τα παιδιά σας θέλ' ιδείτε
πόσο μοιάζουνε με σας.

Όλοι εκείνοι τα φοβούνται
και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται
κι όλοι χάνουνται απ' εδώ.

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου
περπατούν αντάμα οι δυο.

Και πεσμένα εις τα χορτάρια
απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια
της φυγής και του χαμού.

Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ό,τι θέλεις ημπορείς,
εις τον κάμπο, Ελευθερία,
ματωμένη περπατείς.

Στη σκιά χεροπιασμένες,
στη σκιά βλέπω κι εγώ
κρινοδάκτυλες παρθένες
οπού κάνουνε χορό.

Στο χορό γλυκογυρίζουν
ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν
μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυχοβύζαστο ετοιμάζει
γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.

Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
το ποτήρι δεν βαστώ.
φιλελεύθερα τραγούδια
σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού.

Σου 'λθε εμπρός λαμποκοπώντας
η Θρησκεία μ' ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας
οπού ανεί τον ουρανό,

«σ' αυτό», εφώναξε, «τo χώμα
στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!».
Και φιλώντας σου το στόμα
μπαίνει μες στην εκκλησιά.

Εις την τράπεζα σιμώνει,
και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει
που σκορπάει το θυμιατό.

Αγρικάει την ψαλμωδία
οπού εδίδαξεν αυτή.
βλέπει τη φωταγωγία
στους Αγίους εμπρός χυτή.

Ποιοί είν' αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ', άρματα ταράζουν;
Επετάχτηχες εσύ!

Α, το φως που σε στολίζει,
σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρόθεν σπινθηρίζει,
δεν είναι, όχι, από τη γη.

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
χείλος, μέτωπο, οφθαλμός.
φως το χέρι, φως το πόδι,
κι όλα γύρω σου είναι φως.

Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
κι εις το τέταρτο κτυπάς.

Με φωνή που καταπείθει
προχωρώντας ομιλείς:
«Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη,
ναι του κόσμου ο Λυτρωτής.

Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε:
"Εγώ είμ' Άλφα, Ωμέγα έγώ.
πέστε, πού θ' αποκρυφθείτε
εσείς όλοι, αν οργισθώ;

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
που, μ' αυτήν αν συγκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω,
σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα,
ζώα και δέντρα και θνητούς.

Και το παν το κατακαίει,
και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει
μες στη στάχτη τη λεπτή"».

Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού Του είσαι αδελφή;
Ποίος είν' άξιος να νικήσει
ή με σε να μετρηθεί;

Η γη αισθάνεται την τόση
του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει
τη μισόχριστη σπορά.

Την αισθάνονται και αφρίζουν
τα νερά, και τ' αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν
σάν νά ρυάζετο θηριό.

Κακορίζικοι, πού πάτε
του Αχελώου μες στη ροη
και πιδέξια πολεμάτε
από την καταδρομή
να αποφύγετε; Το κύμα
έγινε όλο φουσκωτο.
εκεί ευρήκατε το μνήμα
πριν να ευρείτε αφανισμό.

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει
τες βλασφήμιες του θυμού.

Σφαλερά τετραποδίζουν
πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιτρίζουν
και πατούν εις τα κορμιά.

Ποίος στο σύντροφον απλώνει
χέρι, ωσάν να βοηθηθεί.
ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
όσο οπού να νεκρωθεί.

Κεφαλές απελπισμένες,
με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ' άστρα σηκωμενες
για την ύστερη φορά.

Σβιέται - αυξαίνοντας η πρώτη
του Αχελώου νεροσυρμή -
το χλιμίτρισμα και οι κρότοι
και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

Έτσι ν' άκουα να βουΐξει
το βαθύν Ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει
κάθε σπέρμα αγαρηνό!

Και εκεί πού 'ναι η Αγία Σοφία,
μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ' άψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά.

Σωριασμένα να τα σπρώξει
η κατάρα του Θεού,
κι απ' εκεί να τα μαζώξει
ο αδελφός του Φεγγαριού.

Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει,
κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ' αργό πάτημα ας πηγαίνει
μεταξύ τους και ας μετρά.

Ένα λείψανο ανεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει
και δεν φαίνεται, και πλιο.

Και χειρότερα αγριεύει
και φουσκώνει ο ποταμός.
πάντα, πάντα περισσεύει.
πολύ φλοίσβισμα και αφρός

Α, γιατί δεν έχω τώρα
τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα την ώρα
οπού εσβιούντο οι μισητοί.

Το Θεόν ευχαριστούσε
στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
και τα λόγια ηχολογούσε
αναρίθμητος λαός.

Ακλουθάει την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία,
μ' ένα τύμπανο τερπνόν.

Και πηδούν όλες οι κόρες
με τσ' αγκάλες ανοικτές,
τραγουδώντας, ανθοφόρες,
με τα τύμπανα κι εκειές.

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.

Εις αυτήν, είν' ξακουσμένο,
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ.
όμως, όχι, δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σε.

Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
κύματ' άπειρα εις τη γη,
με τα οποία την περιζώνει,
κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

Με βρυχίσματα σαλεύει
που τρομάζει η ακοή.
κάθε ξύλο κινδυνεύει
και λιμνιώνα αναζητεί.

Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη
και το λάμψιμο του ήλιου,
και τα χρώματα αναδίνει
του γλαυκότατου ουρανού.

Δεν νικιέσαι, είν' ξακουσμένο,
στην ξηράν εσύ ποτέ.
όμως, όχι, δεν είν' ξένο
και το πέλαγο γιά σέ.

Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
και σαν λόγγος στριμωχτά
τα τρεχούμενα κατάρτια,
τα ολοφούσκωτα πανιά.

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
και αγκαλά δεν είν' πολλές,
πολεμώντας, άλλα διώχνεις,
άλλα παίρνεις, άλλα καίς.

Μ' επιθύμια να τηράζεις
δύο μεγάλα σε θωρώ,
και θανάσιμον τινάζεις
εναντίον τους κεραυνό.

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει,
και σηκώνει μια βροντή,
και το πέλαο χρωματίζει
με αιματόχροη βαφή.

Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι
Και δεν μνέσκει ένα κορμί.
χαίρου, σκιά του Πατριάρχη,
που σε πέταξαν εκεί.

Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
με τσ' εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη
δίνοντάς τα εις το φιλί.

Κες τες δάφνες που εσκορπίστε
τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι οπού εφιλήστε
πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.

Όλοι κλάψτε, αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς.
κλάψτε, κλάψτε. κρεμασμένος
ωσάν νά 'τανε φονιάς!

Έχει ολάνοικτο το στόμα
π' ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα.
λες πως θε να ξαναβγεί.

Η κατάρα που είχε αφήσει,
λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει
και ημπορεί να πολεμεί.

Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνιαν αστραπή.

Η καρδιά συχνοσπαράζει.
Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάχτυλο η θεά.

Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
τρεις φορές μ' ανησυχιά.
προσηλώνεται κατόπι
στην Ελλάδα, και αρχινά:

«Παλληκάρια μου, οι πολέμοι
για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
στους κινδύνους εμπροστά.

Απ' εσάς απομακραίνει
κάθε δύναμη εχθρική,
αλλά ανίκητη μια μένει
που τες δάφνες σας μαδεί.

Μία, που όταν ωσάν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη,
αχ, το νου σας τυραννεί.

Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει,
"πάρ' το", λέγοντας, "και συ".

Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά.
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.

Από στόμα οπού φθονάει,
παλληκάρια, ας μην πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.

Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένα έθνη αληθινά:
"Εάν μισούνται ανάμεσό τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά".

Τέτοια αφήστενε φροντίδα,
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.

Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλιασθείτε
σαν αδέλφια γκαρδιακά.

Πόσο λείπει, στοχασθείτε,
πόσο ακόμη να παρθεί.
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
πάντα εσάς θ' ακολουθεί.

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία,
καταστήστε ένα Σταυρό
και φωνάξετε με μία:
"Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ!

Το σημείον που προσκυνάτε
είναι τούτο, και γι' αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε
στον αγώνα το σκληρό.

Ακατάπαυστα το βρίζουν
τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν,
και την πίστη αναγελούν.

Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός: Να εκδικηθώ.

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή.

Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
σαν του Αβέλ καταβοά.
δεν είν' φύσημα του αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

Τι θα κάμετε; Θ' αφήστε
να αποκτήσομεν εμείς
λευθεριάν, ή θα την λύστε
εξ αιτίας πολιτικής;

Τούτο ανίσως μελετάτε,
ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,
και κτυπήσετε κι εδώ!"».

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Οι χώρες και τα φαγητά τους













Πως θα ήταν η ζωή μας αν ήταν τσόντα


- Οποιοδήποτε παντρεμένο ζευγάρι έχει κόρη, πρέπει να αναγκάσει τον οικογενειακό φίλο να τη μυήσει στον έρωτα.

- Οι γυναίκες δεν εγκυμονούν και δεν τεκνοποιουν.

- Όλοι και όλες είναι νέοι ωραίοι και επιτυχημένοι.

- Δεν υπάρχει άβαφη και αμακιγιάριστη γυναίκα.

- Σε οποιοδήποτε ταξίδι με οποιοδήποτε μέσο μεταφοράς, θα σου κάτσει τουλάχιστον μια γκόμενα.

- Όλες οι γυναίκες που είναι γραμματείς τον παίρνουν.

- Όλες οι καθηγήτριες πάνε με τους μαθητές τους και αντίστοιχα όλοι οι καθηγητές με τις μαθήτριες.

- Καμιά λεσβία δεν είναι ακριβώς λεσβία. Κατά βάθος θέλουν και hetero, για αυτό πάντοτε έχουν και την απαραίτητη γκάμα σε πλαστικά εξαρτήματα.

- Όλοι οι σπιτονοικοκύρηδες έχουν υπηρέτριες. Αν δεν έχουν σίγουρα η γειτόνισσα θα συνάψει σχέσεις μαζί τους.

- Όλα τα μπαλκόνια έχουν θέα σε μια γκόμενα που τα βγάζει και τον παίρνει ασύστολα.

- Καμιά γυναίκα δεν ξέρει να μαγειρεύει. Για τις εξαιρέσεις, το γάλα και η σαντιγί είναι σεξουαλικά εδέσματα.

- Ο καθαριστής πισίνας, ο κηπουρός, ο πιτσαδορος και ο ταχυδρόμος έχουν πάντα μεγάλο όργανο.

- Η οδοντίατρος ποτέ δεν σου φτιάχνει τα δόντια.

- Ο χώρος της μόδας και του γκλαμ δεν έχει αδερφές αλλά μόνο εραστές.

- Οι γυναίκες φορούν πάντα γόβες-στιλέτο στο κρεβάτι.

- 5-10 δευτερόλεπτα φλερταρίσματος είναι πάντα αρκετά.

- Αν ένας άγνωστος βρει μια γυμνή γυναίκα να “χαϊδεύεται” μόνη της, αυτήδεν θα ουρλιάξει τρομαγμένη.
Αντίθετα, θα τον προσκαλέσει να κάνουν σεξ.

- Οι γυναίκες χαμογελούν πάντα με ικανοποίηση όταν οι άνδρες τελειώνουν στο πρόσωπο τους.

- Οι γυναίκες πάντα μουγκρίζουν ανεξέλεγκτα όταν κάνουν στοματικό.

- Οι γυναίκες έρχονται πάντα ταυτόχρονα σε οργασμό με τους άνδρες τους.

- Όλες οι γυναίκες ουρλιάζουν στο κρεβάτι.

- Οι γυναίκες πάντα χαμογελούν όταν τις παίρνουν ταυτόχρονα από πίσω κι από εμπρός.

- Οι νοσοκόμες πάντα κάνουν στοματικό στους ασθενείς σαν μέρος της θεραπείας.

- Όταν η γκόμενα σου σε πιάσει να πηδάς την καλύτερη της φίλη θα θυμώσει μόνο για 30″ και μετά θα συμμετάσχει ευχαρίστως στην παρτούζα.

- Οι γυναίκες πάντα δείχνουν ευχάριστα έκπληκτες όταν ανοίγουν το παντελόνι ενός άνδρα και βρίσκουν ένα πέος μέσα.

- Οι άνδρες ποτέ δεν χρειάζεται να παρακαλέσουν για σεξ.

- Όλες οι γυναίκες φτάνουν μέχρι 35 ετών. Μετά πεθαίνουν.

- Δεν υπάρχουν Κινέζοι άνδρες.

- Οι γυναίκες δεν είναι ποτέ έφηβες. Πάνε κατευθείαν στα 25 και έχουν κοτσιδακια.

- Όλοι οι άντρες πάνε γυμναστήριο.

- Όλοι οι άντρες έχουν ξυρισμένο σώμα.

- Όλες οι γυναίκες είναι ξυρισμένες (παντού).

- Όλοι και όλες έχουν τατουάζ.

- Οι γυναίκες δεν έχουν ποτέ πονοκέφαλο.

- Οι γυναίκες δεν έχουν ποτέ περίοδο.

- Όλοι οι άντρες έχουν μεγαλα και αλύγιστα εργαλεία που τελειώνουν μετά από καμιά ώρα συνεχούς απασχόλησης.

- Στη δουλειά οι υφιστάμενες γυναίκες έχουν πάντοτε όρεξη για ερωτικά παιχνίδια με τους προϊστάμενους τους.

- Δεν υπάρχει άντρας που να εργάζεται και να μην υποκύπτει στις ορέξεις της διευθύντριας.

- Κατα τη διάρκεια της εφηβείας ο άντρας πηγαίνει με όλες του τις συμμαθήτριες και δεν υπάρχει η λεξη χυλόπιτα.

- Στο στρατόπεδο πάντα θα υπάρχει μια γυναίκα.

- Στις γυναικείες φυλακές είναι όλες λεσβίες.

- Στο συνεργείο αυτοκινήτων η γυναίκα δεν πληρώνει ποτέ με χρήματα.

- Οι σωστές σύζυγοι είναι αυτές που ανήκουν σε όλους.

- Οι σωστοί σύζυγοι είναι αυτοί χαίρονται να μοιράζονται τη γυναίκα τους.

- Όταν δυο τύποι πηδάνε μια γυναίκα δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση το ένα πέοςνα ακουμπήσει το άλλο. Τα πάντα είναι υπολογισμένα με ακρίβεια χιλιοστού.

- Ο άντρας ποτέ δεν κουράζεται από τη δουλειά, ποτέ δεν δίνει προτεραιότητα σε κάτι άλλο και ποτέ δεν βλέπει μπάλα.

Ατάκες που δεν θα ακούσεις ποτέ από μια γυναίκα


Αγάπη μου είσαι σίγουρος ότι ήπιες αρκετά? Μήπως πρέπει να πιεις μία μπύρα ακόμη;

Καλά, τι γαμάτη κλανιά ήταν αυτή? Ρίξε άλλη μία!!

Αποφάσισα ότι δεν θα φοράω πλέον ρούχα μέσα στο σπίτι.

Πάω μια στιγμή να φτιάξω τη πόρτα που χάλασε.

Μα καλά, δεν σε περιμένουν οι φίλοι σου να πάτε για μπύρες και κανένα γκομενάκι; Τι κάθεσαι εδώ;

Το ξέρω ότι είναι κάπως σφιχτά τα… οπίσθιά μου, αλλά δεν το δοκιμάζουμε άλλη μια φορά?

Είσαι τόσο sexy όταν είσαι πιωμένος!

Ε, σιγά, και του χρόνου θα έχω γενέθλια, φυσικά και να πας σήμερα γήπεδο με τα παιδιά…το ρωτάς??

Αχ, βαριέμαι, δεν έχω και τίποτα να κάνω, ας σου πάρω μία πίπα

Αφού αγάπη μου εγώ κερδίζω αρκετά χρήματα, σταμάτα να δουλεύεις!

Αχ, μωρό μου, αυτό πρέπει να το δεις… μόλις βγήκε η νοστιμούλα κόρη του γείτονα στο μπαλκόνι, και δεν φοράει σχεδόν τίποτα… δεν είναι πολύ πρόστυχη?

Όχι, όχι, θα το πάω απλά στο συνεργείο, γιατί θέλει λάδια.

Λοιπόν, λέω σήμερα να νοικιάσουμε μια τσόντα, να πάρουμε και ένα κασόνι μπύρες, και να φωνάξω και την κολλητή μου που χαλβαδιάζεις τόσο καιρό, να κάνουμε στο σπίτι ένα τρίο.

Ασε τώρα τον άγιο Βαλεντίνο, και πάρε μου άμα θες για δώρο ένα διαρκείας για τον γαύρο/βάζελο/άεκ κτλ.

Αγάπη μου ξεκίνησα γιόγκα για να τα καταφέρω να βάζω σωστά τα πόδια μου πίσω από το κεφάλι!

Φυσικά και δε με πειράζει που ξέχασες το καπάκι της τουαλέτας κάτω…

Πάω να μαγειρέψω κάτι… Δε παίζεις λίγο με το Playstation όσο θα είμαι στη κουζίνα…

Απαλλαγή από το στρατό


Κύριε υπουργέ Αμυνας,
Επιτρέψτε μου να σας εκθέσω το πρόβλημά μου και να σας ζητήσω να τακτοποιήσετε το θέμα μου. Περιμένω να μου “έρθει το χαρτί” για να παρουσιαστώ στο στρατό…
Είμαι 24 χρονών και έχω παντρευτεί μια χήρα 44 χρονών, η οποία έχει μια κόρη 25 χρονών, την οποία παντρεύτηκε ο πατέρας μου. Επομένως ο πατέρας μου, αφού παντρεύτηκε την κόρη μου, είναι γαμπρός μου.
Επιπλέον η κόρη μου, αφού είναι σύζυγος του πατέρα μου, έγινε και μητριά μου.
Η γυναίκα μου κι εγώ αποκτήσαμε τον περασμένο Ιανουάριο ένα γιο. Κατά συνέπεια εκείνος, είναι αδερφός της συζύγου του πατέρα μου και κουνιάδος του πατέρα μου. Είναι όμως και θείος μου, αφού είναι αδερφός της μητριάς μου. Αρα ο γιος μου είναι θείος μου.
Η σύζυγος του πατέρα μου απέκτησε τα Χριστούγεννα ένα γιο, ο οποίος είναι ταυτόχρονα αδερφός μου, αφού είναι γιος του πατέρα μου, και εγγονός μου, αφού είναι γιος της κόρης της γυναίκας μου.
Τότε εγώ είμαι αδερφός του εγγονού μου και, επειδή ο σύζυγος της μητέρας κάποιου είναι πατέρας του, αυτό έχει ως αποτέλεσμα εγώ να είμαι πατέρας της κόρης της γυναίκας μου και αδερφός του γιου της. Επομένως είμαι ο παππούς μου.
Δεδομένου αυτού, σας παρακαλώ να με απαλλάξετε, αφού ο νόμος απαγορεύει πατέρας, γιος και εγγονός να υπηρετούν ταυτόχρονα στον στρατό.